Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

ΧΡΥΣΑ ΑΥΓΑ



χρυσά αυγά

τους ξέρεις. τους θυμάσαι. τους συνάντησες πολλές φορές στη ζωή σου. είναι οι φασίστες. και κάποτε δεν ήξερες πώς να διαχειριστείς το θολωμένο βλέμμα τους. τα προηγούμενα χρόνια που όλοι οι Σκρούτζ κάνανε βουτιές στο θησαυροφυλάκιο και τα κορίτσια χτίζανε το κραγιόν δεν ένοιαζε κανένα. γραφικοί είναι και γραφικοί θα μείνουν λέγανε όλοι. αυτοί που δεν τους νοιάζει. αυτοί που αφήνονται τροφή στα θηρία για να μην χαλάσει η ροδοζαχαρένια πολιτεία. εμείς όμως ξέρουμε τί πρέπει να κάνουμε. για να μην τολμήσει ο φόβος να πάρει τη θέση του. πρέπει να τους τσακίσουμε. δεν πιστεύω πια σε ιδεολογίες. μόνο ποιος είμαι ξέρω και τίποτα παραπάνω. δεν χρειάζεται να ξέρεις κάτι άλλο. και αυτός που είμαι δεν τους φοβάται. πώς να φοβηθείς αυτούς που δεν ξέρουν ν' αγαπούν. αυτούς που κάνουν την πατρίδα θεό και τον θεό μπαμπούλα γιατί δεν έχουν μπαστούνι να σταθούν. γιατί δεν ξέρουν τί είναι η ελευθερία. με τι τίμημα την προσεγγίζεις και πόσο αξίζει η αμφιβολία που συντηρεί μέσα σου πάντα. γι'αυτό σας λέω. προσέξτε μόνο μην τους φοβηθείτε αυτό είναι το παιχνίδι τους. τους αρέσει να ασκούν βία.(πάω στοίχημα ότι τους αρέσει και το αντίστροφο). είναι η μοναδική τους ευκαιρία να νιώσουν κάτι ανθρώπινο πάνω τους. έχει κάνεις αντίρρηση να τους βοηθήσουμε; χωρίς τσαμπουκά. απλά και κρητικά. και κάθε μορφή αντίστασης αξίζει. δεν χρειάζεται να τους δείρετε απαραίτητα (αν και έρευνες σε αμερικάνικα πανεπιστήμια έχουν δείξει ότι βοηθάει σημαντικά).
Αντισταθείτε στον καθημερινό φασισμό. στη μάνα σας και στον πατέρα σας που λέει,
-οι Αλβανοί μας παίρνουν τις δουλειές,
στον φίλο που κάνει πλάκα ή το πιστεύει,
-οι Εβραίοι είναι πίσω από όλα,


αυτό είναι πιο σημαντικό απο το να βρεις κανά γουλί στο δρόμο και να το πλακώσεις. αυτοί περνάνε καλύτερα απο σένα ούτως ή άλλως.
είναι πιο σημαντικό να μην επιτρέψουμε στους γύρω μας να μας κάνουν να ανεχόμαστε τον ανοιχτό φασισμό στην καθημερινότητα μας. Για να μην εξοικειωθούμε με την φρασεολογία τους και διστάσουμε όταν έρθει η ώρα να κάνουμε αυτό που πρέπει.


ΤΣΑΚΙΣΤΕ ΤΟΥΣ ΦΑΣΙΣΤΕΣ (θα νιώσετε καλύτερα)



Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

HEADS ON STICKS


to KAZ
κάτω στο περβόλι
 σκορπίσανε οι σπόροι
 και φύτρωσε μια ερώτηση
 γίνηκε δέντρο ψηλό
 και στα κλαδιά του καρπίσανε κεφάλια κομμένα
 κι όλα μαζί κρώζανε κορακίστικα
 ήρθανε πουλιά μαύρα σμήνος και κρύψανε τον ήλιο
 κόψαν τα κεφάλια και τα πήραν ψηλά
 πολύ ψηλά

 και κόπασε ο φόβος.

ΜΙΚΡΟΣ ΘΕΟΣ






ΕΝΑΣ ΜΙΚΡΟΣ ΘΕΟΣ
 ΜΕ ΔΥΟ ΟΔΟΝΤΟΓΛΥΦΙΔΕΣ
 ΔΕΚΑΝΙΚΙΑ
ΚΙ ΕΝΑ ΧΑΣΜΑ
ΓΙΑ ΦΩΝΗ
ΜΕΣ ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΜΗΔΕΝ
 ΠΕΡΙΦΕΡΕΙ ΤΟ ΤΣΙΡΚΟ
TΩΝ MEDIOCRITE
ΛΙΤΑΝΕΙΑ ΤΩΝ ΑΣΕΒΩΝ
 Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
ΕΝΑΣ ΜΙΚΡΟΣ ΘΕΟΣ
 ΞΕΠΕΣΜΕΝΟΣ ΦΟΒΙΚΟΣ
ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ ΠΟΙΟΝ ΝΑ ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΙ
 ΚΑΙ ΜΕΝΕΙ ΣΚΥΦΤΟΣ
ΚΙ ΑΣΗΜΑΝΤΟΣ
ΑΥΤΟΣ. Ο ΘΕΟΣ
ΕΣΤΩ ΜΙΚΡΟΣ

Σάββατο 28 Ιουλίου 2012

Hit the road Jack...


Jack was a carpenter living by the side of a lake near the Rockies. Day by day Jack was trying to put up with his nasty wife and always drooling children forged by a straight line of incestuous hill billies giving life all the absurd meaning one can think of. Jack was never a man of weak decisions, on the contrary he took life very seriously and did his best to find the right thing to do. Something to take him away from the situation he was in handling wood and people at the same time.So, to make a long story short Jack took his big nasty motherfuckin' axe and gave his family what he thought was the right thing one should give a family like his. The lesson to be taught is Jack should have never tried to cope with life to begin with. Life is a nasty bitch not easily unveiling her cunning meaning to a stupid hill billy like Jack.

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2008

"ο Φόβος"

~11 Σκιάχτρο διπλωμένο στο συρτάρι/ κι ο φόβος γυρίζει το σπίτι.








Ο ήλιος ξύπνησε την καλημέρα του στο ποτάμι και το φθινόπωρο φούσκωσε από τη χαρά του και χύθηκε να με σηκώσει από την καρέκλα που καθόμουν και να που πάλι γράφω τα δικά μου.

Δεν θέλω ν’ ακούσω τίποτα για θάνατο, συννεφιασμένες Κυριακές, ήρεμες φυγές, αναστημένες μνήμες- καιρό τώρα πεθαμένες- και μόνος ζωντανός έμοιαζε ο προπάππους μου στο φέρετρο.

Μοιάζει ήρεμος ο αέρας με τα εννιά του τα μποφόρ. Άγουρος νέος που κατεβάζει το βλέμμα του πριν οι ορμές τον κάνουν να ξεσπάσει το θυμό του στο πρώτο φουστάνι που θα περάσει. Έρχεται χειμώνας 23 Σεπτέμβρη.

Μόνη σταθερά η μουσική, και ο Nick Cave τραγουδά για την 23η του Σεπτέμβρη. Μέχρι να σβηστεί η μνήμη του οπότε κάποιος άλλος θ’ αναλάβει να σημάνει την καμπάνα για τον ερχομό.




23.9.07 2.00
Έχει πάντα τόση σημασία ένα σταθερό σημείο στην ευθεία του χρόνου.
Εδώ, μπροστά στο γραφείο, νιώθω ένα περίεργο σφίξιμο σα να με περιμένει κάποια σίγουρη χαρά και δε μπορώ να τη νιώσω.
Και θέλω απεγνωσμένα να φύγω, όχι στους δρόμους γιατί είναι πάντα έρημοι. Να φύγω στα σύννεφα, ν’ αναληφθώ στους ουρανούς, χωρίς πύρινο άρμα και φωνή θεού.
Να βρω δυο τρεις αγγέλους να κεράσουν τσιγάρο και να πιάσουμε κουβέντα για τον ερχομό της αντιπολίτευσης,
Να χαζέψω ένα ξέγνοιαστο γλάρο
Να περπατήσω τη σιωπή,
Κι ας κατέβω πάλι μετά να κοιμηθώ,
Να πάω το πρωί στο παλκοσένικο,
Και να προσποιηθώ πως δεν ξέρω εγώ
από χαρές.







~1
Οι άνθρωποι που ξέρω
Ένας κότσυφας στον ορίζοντα
Ο κόκορας είναι καλύτερος
Τον έχω δοκιμάσει και ξέρω
Αν ίσως
Ίσως
Μπορούσα να φάω τη σπλήνα του Νίκου,
Το μπούτι του Δημήτρη,
Το μάτι της Ελένης,
Τότε, ίσως τότε, να μάθαινα επιτέλους με ποιους μιλούσα τόσο καιρό,
Θα αποκτούσα μια οικειότητα
Ν’ αγαπήσω τους φίλους μου, όπως αγαπώ τις ντομάτες και τα σταφύλια,
Τα κρεμμύδια και τα σκόρδα,
Και να μην μου διαφεύγει πάντοτε η ουσία τους.



~2
Εγρήγορση, έπ!, νομίζω δεν υπάρχει περίπτωση να ξυπνήσεις κλειστός στο κουτί σου.
Φεύγει το καράβι στο γαλάζιο, στο κάθε γαλάζιο, και οι ποντικοί-ανήσυχοι-, μαζεύονται στις γωνίες,
-ποιες γωνίες;-
Ψάχνουν διέξοδο στην ανυπαρξία της σύλληψης τους υπό του φανταστικού δημιουργού τους,
Και να!
Ο ήλιος φάνηκε κιόλας στο κατώφλι/
Ωχρός, πλαστικός, πορτοκαλής.
Να σημάνει την ανατολή του νεκρού χρόνου,
Ένα κορίτσι πέντε χρονών ξεφυλλίζει τις χάρτινες σελίδες,
Τιμή: πέντε δηνάρια της Ανδρομέδας,
Χωρίς να είναι σε θέση να καταλάβει πως δεν υπάρχουν είδωλα στα παραμύθια,
-ο καθρέπτης είναι μια παραμόρφωση του φανταστικού-,
Γι’ αυτό και ο Δράκος δεν θα καταφέρει ποτέ να κοιτάξει τη φάτσα του και να τρομάξει -επιτέλους- ,
Με την κατάντια της φυλής του.



~3
Στο χρώμα, στο χώμα, στο νεκρό κορμί
Ο στίχος σηκώνεται,
-πετάγεται στο περίπτερο να πάρει τσιγάρα και ξεχνάει στο δρόμο ποιος είναι και μαθαίνει ν’ αγοράζει ότι δεν του χρειάζεται-
Για να χρειάζεται και αυτός σε κάποιον, να μην πάει σαν το σκυλί στ’ αμπέλι.
Ψωνίζει λοιπόν το αντίτιμο της ευκολίας και αφήνει την ποίηση να πάει με τη σειρά της περίπατο και να ξεχάσει ποια είναι και να μάθει να πουλά τον οργασμό της σε όποιον έχει το χρήμα και την τύχη να τ’ αποκτήσει.
Ίσως
Ένας σκύλος σουλατσάρει-μπερδεύει τη μουσούδα του στα πόδια των περαστικών-, ζέχνουν πραγματικότητα, γιατί είναι μια ζεστή μέρα η σημερινή-ψωριάρης ο σκύλος, πεινασμένος ο σκύλος- λυσσά με την έρμη του τη μοίρα κι αρχίζει να μοιράζει τις στιγματισμένες αναπνοές της ήττας στα πεθαμένα αφεντικά,
Και κάπως έτσι,
Κάθομαι βραδιάτικα και γράφω.

~4
Κομμάτια ενορχηστρωμένη θυμηδία ο θάνατος,
Έρχεται όταν δεν τον περιμένεις-τρομερός-,
Είναι τυχεροί οι άνθρωποι.
Στην ουτοπία τους ευημερούν και την δυστυχία τους την κάνουν ποίηση.
Άτυχοι αυτοί
Που έφαγαν ζεστό ψωμί,
Και τώρα πεθαίνουν της πείνας.
Και δεν μπορούν να φανταστούν αλλιώς την χαρά.

Ο πεθαμένος
Είχα καιρό να πάω για καφέ. Μόλις γύρισα από την κηδεία. Τις Κυριακές είμαι πάντα χαρούμενος, δεν μπορώ αλλιώς. Κάθονται στην μπάρα δυο γνωστοί. Πίνουν μπίρες και γελάνε. Κάνω πως κάτι διαβάζω. Πάλι δεν καταφέρνω να ξεγελάσω κανένα. Έρχονται κι άλλοι. Τα βλέμματα είναι ανυπόφορα. Δεν ξέρω πώς να τους χαιρετήσω. Τα χέρια μου κάνουν τα δικά τους. Το στόμα μου στραβώνει. Τα καταφέρνω σε γενικές γραμμές χωρίς να τους κάνω να νιώσουν ιδιαίτερα άβολα.
-Γεια σας…
Πρέπει τώρα να φύγω. Έφυγα κιόλας. Μέσα στο αμάξι είναι καλύτερα. Όλοι οδηγούν αμάξια. Πάω σπίτι κι ανοίγω την τηλεόραση. ‘Άσχημο πράγμα ν’ ανοίγεις τηλεόραση την Κυριακή.

~5
Ο έρωτας είναι ένα σουβλερό καβλί., μπαίνει μέσα σου και πλημμυρίζεις ευτυχία,
Μπαίνει μέσα σου και κλαις απ’ τη χαρά.
Και όταν πια,
Βγει οριστικά από τη ζωή σου-
Αφήνει μια κόκκινή πληγή,
Ανήσυχη στα βλέμματα των περαστικών.


~6
Ρουφώ το τσιγάρο με απόγνωση,
Γυρεύω μια μυρωδιά,
Που δεν έρχεται
Στον μαύρο καπνό.

Με τον ίδιο τρόπο,
Τρώω κοιμάμαι χέζω δουλεύω
Πάντα νηστικός από χαρές.

~7
Παλεύω καιρό τώρα να χτίσω ένα θέλω,
-με νύχια και με δόντια-
Προσπαθώ να μάθω ξανά,
Να υπάρχω.



Vincent Van Gogh
Crab on its back
Arles, January 1889

Το τριχωτό τέρας ανάσκελα, μέσα στην πράσινη θύελλα
δεν ξέρει από ποια τρύπα να σε κοιτάξει
και μένει αναποφάσιστο
με τις δαγκάνες παραδομένες, -κλειστές-
μα το ξέρεις.
ένας κάβουρας είναι,
γυρισμένος τ’ ανάσκελα,
κι ότι κι αν δηλώσει,
περπάτησε και θα περπατά στο δικό σας ξεχειλωμένο χρόνο.



Vincent Van Gogh
Blossoming Almond Tree
Saint Remy, February 1880

μυρμήγκια στρατηλάτες,
τα κλαδιά σου.
σεργιανίζουν τον ουρανό
κι ανθίζουν τις λευκές χαρές τους.




Vincent Van Gogh
Enclosed field with rising sun
Saint Remy, December 1889

το μάτι κύκλωπα παράφρονα
ο ήλιος
η μνήμη των ανθρώπων
τρέχει να ξεφύγει
το είδωλο της,
τη θαλπωρή που μας διπλώνει
σε μια διεσταλμένη πραγματικότητα.
και οι καρφωμένοι φράχτες
κρατούν τα χρώματα
εμένα, εσένα,
τον φόβο μας
στην αποτυπωμένη παράνοια
ενός κυρίου με όνομα κι επίθετο.



Vincent Van Gogh
The garden of Saint Paul Hospital with figure
Saint Remy, November 1889

χωρίς πρόσωπο
γκρίζος στίχος
σε μια ζεστή ανάμνηση
στηρίζω την πλάση
με την απάθεια της απογευματινής ραστώνης.


~8
Ο πληθωρισμός της μνήμης.
Είμαι ένας από εσάς
έχω ζήσει πάνω κάτω ότι όλοι οι άνθρωποι,
φυσιολογικός με το μέτρο της επόμενης μέρας
θέλω μόνο να πω όσα ξέρετε ήδη μα κανείς δε λέει.
και τώρα με το πάτημα ενός κουμπιού,
πας όπου δεν πήγε κανείς πριν,
μυρίζεις λουλούδια,
ακούς ιστορίες
μα πάλι το ξέρεις και ψάχνεις ξανά σκυφτός το Σατανά,
το άει στο διάολο της δίπλα πόρτας
εκείνος μπορεί να σε μάθει πόσο απλό είναι το ΝΑΙ.
Φτάνει να το πεις,
φτάνει ν’ απλώσεις το χέρι και να πάρεις πίσω αυτό που σου ανήκει.
τη ζωή σου
τα ροδάκινα
τα χάδια
ένα χέρι στα μαλλιά σου
μια παγωνιά και μια φωτιά
και γύρω άνθρωποι,
πολλοί άνθρωποι.

~9
Δε χρειάζεται ν’ αποδείξω ποιος είμαι.
Αν είμαι εγώ.
Για κάθε στόμα υπάρχει ένα αφτί και περιμένει ν’ ακούσει συγκεκριμένες φράσεις.
Τόμους ολάκερους με καθημερινές μαλακιές.
Γνωστής σε όλους ως το είδωλο της ανθρώπινης περιπέτειας.
Σε κάθε φράση σε κάθε λέξη το ίδιο γράμμα` εγώ.
Δεν άντεχα να ξέρω πως ξέρω, και ‘σεις το ίδιο.
Τώρα με τη σιγουριά του χρόνου και της απόστασης μπορώ ν’ αντέξω τη μοναξιά,
και να κυνηγήσω ήρεμος το χαμό.
σε μια χαζή ίωση ένα πέσιμο στις σκάλες,
με το χαμόγελο του τρελού στα χείλια.

~10
Ευτυχώς ανήκω στους τρελούς
με σιγουριά/
ανασφαλής,
ακροπατώ στα καρφιά.

~11
Σκιάχτρο διπλωμένο στο συρτάρι/
κι ο φόβος γυρίζει το σπίτι.











~12
Ένας άγγελος έπεσε στο μπαλκόνι μου
δεν έχω τσιγάρα και πάω πάνω κάτω.
κάθεται στο μπαλκόνι μου
στηρίζεται στα κάγκελα
γλύφει τα δάχτυλά του
στέκομαι αβοήθητος στο παράθυρο
Ένας άγγελος κρατά τον κόσμο μακριά
πολύ μακριά
και οι σιωπές στο πίσω μέρος της παλάμης του.
δεν έχω πως ν’ ανοίξω και σε βλέπω με το νυχτικό,
μ’ ανακατεμένα τα μαλλιά.
Χωρίς ανάσα.
να σβήνεις,
να χάνεσαι.
Εσύ και τα μάτια σου μαζί με τη σκόνη,
και το μπαλκόνι στεγνό πάλι περιμένει τον ήλιο/ το φως/
ότι ξεχνιέται.

~13
Ο λύκος με όλες του τις τρίχες κατέβηκε στο χωριό τα ξημερώματα της 3ης Αυγούστου 1949. Κρατούσε το βλέμμα ανέπαφο καθώς έσερνε την κοιλιά στο βρεγμένο χώμα. Το 13ο φεγγάρι φαινόταν ακόμα γεμάτο στον ουρανό όπως ένα χρόνο πριν. Τότε που ο Γιάννης ο Μύρτος βρήκε την παγίδα του κλειστή και ματωμένη στο Κορακοβούνι. Και όλες τις μέρες που πέρασαν ως την 3η Αυγούστου 1949 ο Γιάννης είχε την ιδέα πως κάποιος τον παραφύλαγε. Γύριζε το κεφάλι και κοίταζε δυο μάτια κίτρινα να χάνονται σαν τα μυστικά. Χωρίς σώμα.
Την 3η Αυγούστου του 1949
οι χωριανοί βρήκαν τον Γιάννη το Μύρτο με σαλεμένα τα λογικά στο κατώφλι του σπιτιού.
Δεν μίλησε ξανά.

~14
Όλα τα πρόσωπα του Θεού βρίσκονται στον ουρανό της Κρήτης. Παραδόξως κάτι τέτοιο μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνο. Γιατί οδηγώντας στην Εθνική οδό 5 του Νοέμβρη, ώρα πέντε το απόγευμα, με 140 χιλιόμετρα την ώρα, είδα στ’ αριστερά μου τον Θεό σκεφτικό. Άφησα κι εγώ το τιμόνι και κόλλησα τη μούρη μου στο παράθυρο.
Ανάμεσα θάλασσα και σύννεφα το άφατο αναρωτιόταν τι χρώμα να φορέσει.



~15
να σου πω έλα ‘δω,
και να ‘ρθεις,
και να σβήσει για λίγο ο δείκτης του ένα και άλλο ένα.
και να κάτσει για λίγο η σκόνη,
να δω το δρόμο.
και στη μέση να ‘σαι ‘συ.
και να γίνεις ο κόσμος όλος.
και να μην έχω που αλλού να πάω,
παρά μόνο μες τα χέρια σου.



~16
η σιωπή είναι κόκκινη και ματώνει στο κατώφλι.
έχω να δώσω δέκα δάχτυλα θυσία.
χωρίς λοφίο δεν ξεχωρίζω μέσα στο πλήθος.
μόνο με λίγο χασίσι τυλίγω τις φέτες μου στο χαρτί.
μένει μόνο να χαρίσω το μίσος μου στους πεθαμένους.

~17
έχω στουμπώσει λέξεις,
κομμάτια κρέας παρανοημένων ανθρώπων.
χόρτασα καθημερινά τη μανία μου τόσα χρόνια για ομορφιά και νόημα,
με τις σάρκες των άλλων.

και δεν κατάφερα ποτέ να δώσω έστω κι ένα δάχτυλο θυσία σε κάποιον πεινασμένο για χαλασμένο κρέας.

~17
στρώσε
παίξε
γέλα
κυνήγα
σώπασε
σίμωσε
χαμήλωσε
γέλα
έλα
κάτσε
μίλα
δώσε
πάρε
άφησε
κράτα
άνοιξε
μπες
κοιμήσου
ονειρέψου
τρέχα
πήδα
γέλα
σώπασε
ξύπνα
να!,
ο ήλιος.







~18
ο θάνατος είναι θάνατος πάντα
ο χρόνος κλείνει τις πληγές
τρέμουμε τη μοναξιά οι άνθρωποι
ο ουρανός γεμίζει σιωπές
το πιο φτωχικό άγγιγμα είναι πολύτιμο
οι σκοτεινές γυναίκες είναι μυθικές
οι πέρδικες πάνε στη σειρά
το φθινόπωρο ξεκινά ο τρύγος
μ’ αρέσουν πολύ τα πορτοκάλια
και
κάποτε με κυβερνούσε ένας φόβος τρομερός
που μονάχα ο θάνατος μπορούσε να σωπάσει.

~19
ΤΙΚ
ΤΑΚ
ΤΙΚ
ΤΑΚ
τικ τακ τικ τακ τικ τακ τικ τακ τικ τακ τικ τακ τικ
πεινασμένος ο χρόνος
στον καλόγερο το σακάκι γεμίζει ακόμα και τις λευκές σελίδες ενός τετραδίου.
δίνει ρυθμό και γλώσσα στην αντίληψη μου και τρώει ότι βρει μπροστά του.
αρχίζει από τα δάχτυλα
για να μην μπορώ ν’ ακουμπήσω τις επιθυμίες μου.
για να είναι πάντα ένα βήμα μπροστά από ‘μένα.
και τρώει, ξεσκίζει το εγώ μου.
ώσπου να σέρνομαι μισός στο χώμα και να παρακαλώ για ένα χάσμα/ ένα κενό,
που θα μ’ αφήσει να σε θυμηθώ,
-έστω για μια στιγμή-.

~20
οι λύκοι κρέμονται ανάποδα στους κλώνους των βελανιδιών και παραμονεύουν το σκοτάδι που δεν έρχεται χωρίς ουσίες και ψεύτικες προτροπές σε μια ανάσα χωρίς μαύρα γυαλιά και σιδερένια πανοπλία.
και να η μια μέρα πάνω στην άλλη και κάποιος χαζεύει τηλεόραση καθώς η συμβία του πλένει τα πιάτα και απορώ πως μάδησε το θηρίο τόσο γρήγορα τις πιθανότητες,
για μια ζωή,
χωρίς προσθέσεις,
χωρίς μνήμη,
χωρίς χασμουρητά/
ψέματα/
προσπάθεια/
απόφαση/
επιμονή/
προσμονή/
αναμονή/
για μια ζωή,
απλή.



διάλειμμα συνείδησης
στη χώρα του ποτέ ποτέ,
πάνε τα φανταράκια στη σειρά για το συσσίτιο των έντεκα,
κάτω από τις χιονισμένες ελιές
και ο βουλευτής κλέβει ασύδοτα
και οι μαλάκες πάλι τον ψηφίζουν
και περγελούν με την ευκολία του στεγνωμένου ίμερου
τα δικά σου ψήγματα ζωής
γιατί έτυχε να γεννηθείς λειψός
και να γυρίζεις τον κόσμο γυρεύοντας
για κάτι σαν κλειστό κύκλο.
που να ταιριάξεις με την ευκολία της τραβηγμένης γραμμής
που καταφέρνει πάντα να επιστρέψει στην αρχή της
και να καταβροχθίσει
ότι σχήμα θα μπορούσε να μεταμορφωθεί.
ακόμη και την τελευταία της πνοή.
ένα αξιοπρεπή θάνατο.

~21
αφού μπορείς γιατί δεν έρχεσαι;
θέλω ένα ποτήρι νερό και μια φωνή.
να με φωνάξει πάλι εδώ.
με όλα όσα υπάρχουν στ’ αλήθεια,
στο μεγάλο πανηγύρι της αγάπης.



~22
Σάββατο 10 Νοεμβρίου
ένα τοπίο σιωπής
η μακρινή Ιαπωνία
ταξιδεύω στις πιθανότητες μιας άλλης ζωής
μυρίζω τη βροχή μιας άνοιξης κι ενός φθινοπώρου.
εποχών που δεν ριζώνουν
παρά κινούνται
στον μέσα χώρο
χωρίς θεμέλια.
Θα πάρω τη μηχανή μου και θα καβαλήσω τον κόσμο,
μετρώντας τις εναλλακτικές σε χιλιόμετρα.

Η κηδεία ενός έρωτα
…και σ’ αγάπησα μέσα Οκτώβρη. Τα σύννεφα πήραν να μουγκρίζουν την πρώτη μου αληθινή χαρά. Δίστασα, πόνεσα, γέλασα, χαράμισα στιγμές. Βρήκα την μυρωδιά σου και την κάρφωσα για πάντα στο στήθος μου. Μετά ήρθε χειμώνας βαρύς και το κρύο δεν μ’ άφηνε να ξυπνήσω. Κι έφυγες.
Πρώτα δεν ήξερα πια πως ν’ ανασάνω, πώς να φάω, πώς να κοιμηθώ, πώς να μιλώ. Μέχρι που τα λεπτά και οι ώρες, οι μέρες, οι εβδομάδες και οι μήνες έγιναν καρφιά στο φέρετρο. Και σε κατέβασα επίσημα στο χώμα. Μένει μονάχα η μυρωδιά σου. Τίποτ’ άλλο. Τίποτα.




~23
ένα χέρι που βγαίνει μέσ’ από το πηγάδι είναι τα λόγια μου/

~24
μια πεταλούδα με κεντρί όλα τα λεπτά που δεν έζησες
ένα σπίτι χωρίς παράθυρα οι ώρες που ήσουν μόνη
και, ένας πίθηκος Τρελός με ξεσκισμένο τρίχωμα,
οι χαλασμένοι σου Έρωτες.



Μπράβο η Κική…
Η μεγάλη μας εθνική ποιήτρια Κική Δημουλά
κική
η του Δημουλά
κατά τη διάρκεια
άκου εκεί «Κική»,
επίσημου δείπνου
του Δημουλά του Χαμερπουλά
επεσήμανε τα σημερινά
κροκίδα, κορκό/ έ, Κική!
αδιέξοδα των νέων
ο Γαργαντουάς Δημουλάρωσε
και τις αποτρόπαιες μάστιγες
των ναρκωτικών και των στρογγυλών τραπεζών
οι οποίες οδηγούν με τη σειρά τους σε ξεραμένους Καραγατσικούς ίμερους.
και πήρα φόρα, φόρα κατηφόρα
και τους είδα μαζεμένους
να ξερνάνε τα σωθικά τους
τα γερασμένα
στο φαί μου
και στο πιοτί μου
και σιχάθηκα μια και καλή,
αυτούς και τη φάρα τους.

~25
Ο ουρανός κράτησε τα νερά του στην παλάμη και πήρε να λικνίζεται στο χορό της απόγνωσης
μπρος στον πηγαιμό, πίσω στην απόρριψη.
Φόρεσε τα χρώματα του πολέμου, κοίταξε το τσεκούρι κι έφυγε τρέχοντας στα χωράφια.
να σκοτώσει όποια σκιά κυνηγήσει το φως στο χώμα,
να μην αφήσει λεκέδες από το χθες, στην μεγάλη χαρά του σήμερα κάθομαι και σας γράφω,
έξω από το χρόνο και το πρέπει,
σε μια χρυσαλλίδα πραγματικότητας.




~26
κάθομαι
σκέφτομαι
υπάρχω
ζω
σηκώνομαι
ψάχνω
κοιτάζω
σκαρφαλώνω
κρεμιέμαι
ριγώ
φοβάμαι
αναρωτιέμαι
θυμώνω
πηδώ
σταματώ
γυρίζω
κοιτάζω
και δεν είναι κανείς εκεί.
και αναρωτιέμαι για ποιον κάθομαι και τα κάνω όλα τούτα τα χαζά;



~27
ο βάτραχος ακροβατεί στο σκοινί και η γριά κάθεται δίπλα στο τζάκι και λέει ιστορίες με ξωτικά και καλικάντζαρούς/ σε μια πόλη με βρώμικα πεζοδρόμια.
Εδώ κατοικεί ένα πλάσμα με γυρισμένη τη λαβωματιά στον ουρανό
που ψάχνει απεγνωσμένα να βρει διέξοδο στην αφήγηση,
και δε βρίσκει παρά μπετό και θάνατο.




~28
Έχω τρία κέρματα,
για ν’ αγοράσω:
-καφέ
-σοκολάτα
-βενζίνη
,έχω υπομονή με τους χαζούς, μόνο που δεν αντέχω το βάθος του βλέμματος,
που θυμίζει φρουτάκια στο jack pot και πυρηνικά υποβρύχια με τιναγμένο τον αντιδραστήρα στον τοίχο πίσω τους,
και σκέφτομαι,
πως δεν μου φτάνουν τα κέρματα και πως πρέπει λέει να σκεφτώ ιστορίες με αρχή και τέλος,
για να τις λέω στα παιδιά της γειτονιάς,
για να με νομίζουν λογικό,
να μου πετούν ότι περισσεύει από το πανηγύρι/
της αυτόματης μηχανής.



~29
με ξύλο και μαχαίρι
με χώμα και νερό
έχω δύο μάτια
κι ένα ουρανό μόνο δικό μου.
******************
η λιτανεία των ζωντανών
χωρίζει τη μέρα σε κομμάτια.
και καταπίνει, λυσσασμένη,
τη χαρά.
******************
δεν έχω
δεν θέλω να έχω
δεν είμαι
δεν μπορώ να είμαι
εγώ δεν
******************
ήρθε η πορτοκαλιά ματιά σου και φύσηξε σπίθες στο κεφάλι μου
πήρα να τρέχω αλαφιασμένος στο παρελθόν
να βρω ένα παράδειγμα να με κρατήσει κάτω
να μη χάσω τη γη.

~30
this goes to Kieran Gannon
play
stop
breathe
connect
function
enter
listen
silence
chill
perplex
question
dissolve
remember
fear
experience
explode
discover
exist
penetrate
feel
believe
walk out the door,
experience every waking moment,
and be one with the sky.


~31
στρωμένο μαξιλάρι οι ενοχές
κοιμάμαι ήσυχος
σε κρατώ σφιχτά
μένεις στην πιο βαθειά τρύπα μου
ξεχνάς
και σηκώνομαι,
βγαίνω στο δρόμο
τα σύννεφα με σκεπάζουν
και η πόλη κατεβάζει τα στόρια σκιαγμένη απ’ το σκοτάδι.
η σιωπή μεγαλώνει/
καρφώνει σημάδια στα σημεία του ορίζοντα
και με τεντώνει
στο τελευταίο χτύπημα
κρατά την πιο απεγνωσμένη ανάσα
την πιο τυφλή ματιά
τον ηχηρότερο σπασμό.
μετά/
ουρλιάζω.



~32
φοβάμαι ν’ ανοίξω την πόρτα
και να κατοικήσω το σώμα της νεκρής ελπίδας
που ζει έξω.


οκτώβριος /νοέμβριος 2007

«Και ο Κρόνος Χρόνος κανίβαλος τρόμος.»

ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΥΡΟΣ

Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2007

Γρόθος Πόρθος Άραμις


"Στην προ-Ιντερνετ εποχή, όταν και μόνο η υποψία ότι κάποιος διαβάζει το ημερολόγιό του σε τρίτους αποτελούσε αφορμή για «καζούρα», ίσως κανείς δεν φανταζόταν τη σημερινή έκρηξη των ηλεκτρονικών προσωπικών εξομολογήσεων. Διότι, τα blog σε γενικές γραμμές σπανίως ξεφεύγουν από τη διάθεση του χρήστη να μοιραστεί σκέψεις, συναισθήματα και καθημερινότητα. Κατεβατά ολόκληρα, που χαρακτηρίζονται συχνά, όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, από «μελαγχολική εσωστρέφεια», περιέχουν τις υπαρξιακές αγωνίες, τα άγχη, τα διλήμματα των συγγραφέων τους. Ακόμη κι όταν βρίθουν καλλολογικών στοιχείων, στυλιστικών αναζητήσεων, επιτηδευμένων εκφράσεων, διακρίνει κανείς έντονα την ανάγκη για επικοινωνία."
-από άρθρο της Καθημερινής.


Η λέξη μαλάκας ανήκει στην ελληνική καθομιλουμένη, μολονότι είναι αναγνωρίσιμη διεθνώς. Κυριολεκτικά, σημαίνει τον αυνανιζόμενο, αλλά χρησιμοποιείται και μεταφορικά. Μεταξύ φίλων, θεωρείται συνήθως πειρακτικός χαιρετισμός, οικεία προσφώνηση ή ελαφριά προσβολή. Όταν απευθύνεται σε έναν άγνωστο, θεωρείται τις περισσότερες φορές βαριά βρισιά.
Η λέξη χρησιμοποιείται μερικές φορές για να ορίσει το άτομο που χωρίς να χρησιμοποιεί την κοινή λογική επαναλαμβάνει ξανά και ξανά τα ίδια λάθη ενώ ταυτοχρόνως διατηρεί στο ακέραιο την αίσθηση ότι είναι σωστός και ανάλογη, πιθανώς προσβλητική, συμπεριφορά.
Ετυμολογία
Η λέξη προέρχεται εκ του ρήματος μαλακιάω, που σημαίνει μαλακώνω. Συνώνυμα ρήματα: καταμαλακίζω, πλαδαρούμαι, μαλακύνω. Ως ουσιαστικό η λέξη μαλακία είναι Ιωνική και σημαίνει μαλακός. Στα Νικομάχεια Ηθικά του Αριστοτέλη η λέξη χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει την καρτερικότητα, ενώ ως λατινική λέξη η malacia, υποδηλώνει την ήρεμη θάλασσα.
Διαφοροποιήσεις σε τοπικές διαλέκτους
• Μινάρας - Πάτρα
• Γρόθος - Κρήτη
• Γαβανάς - Θάσος
• Μιναδόρος - Ζάκυνθος
• Ψωλοκόπανος - Ηλεία
• Τορόλας - Κορινθία
-από το wikipedia.

Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης Καβάφης Κ. Π.



Άρεσε γενικώς στην Aλεξάνδρεια,
τες δέκα μέρες που διέμεινεν αυτού,
ο ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης
Aριστομένης, υιός του Μενελάου.
Ως τ’ όνομά του, κ’ η περιβολή, κοσμίως, ελληνική.
Δέχονταν ευχαρίστως τες τιμές, αλλά
δεν τες επιζητούσεν· ήταν μετριόφρων.
Aγόραζε βιβλία ελληνικά,
ιδίως ιστορικά και φιλοσοφικά.
Προ πάντων δε άνθρωπος λιγομίλητος.
Θάταν βαθύς στες σκέψεις, διεδίδετο,
κ’ οι τέτοιοι τόχουν φυσικό να μη μιλούν πολλά.

Μήτε βαθύς στες σκέψεις ήταν, μήτε τίποτε.
Ένας τυχαίος, αστείος άνθρωπος.
Πήρε όνομα ελληνικό, ντύθηκε σαν τους Έλληνας,
έμαθ’ επάνω, κάτω σαν τους Έλληνας να φέρεται·
κ’ έτρεμεν η ψυχή του μη τυχόν
χαλάσει την καλούτσικην εντύπωσι
μιλώντας με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά,
κ’ οι Aλεξανδρινοί τον πάρουν στο ψιλό,
ως είναι το συνήθειο τους, οι απαίσιοι.

Γι’ αυτό και περιορίζονταν σε λίγες λέξεις,
προσέχοντας με δέος τες κλίσεις και την προφορά·
κ’ έπληττεν ουκ ολίγον έχοντας
κουβέντες στοιβαγμένες μέσα του.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2007

Άγιος Πάυλος


Είναι μερικές στιγμές που πραγματικά η λύπη δεν έχει θέση στον κόσμο.
Υποθέτω η μαγεία της αντίληψης της ομορφιάς αφορά την απουσία του Φόβου.


φόβος ο [fóvos 1. έντονο δυσάρεστο συναίσθημα, που προκαλείται εξαιτίας (πραγματικού ή φανταστικού) κινδύνου ή απειλής: Yπερβολικός / παράλογος / ενδόμυχος φόβος. Tον πιάνει / τον κατέχει / τον συνέχει (ο) φόβος. O φόβος του θανάτου / της τιμωρίας / του ευνουχισμού. O φόβος σου είναι αδικαιολόγητος. Προσπάθησα να διασκεδάσω τους φόβους του. Kόπηκαν τα πόδια μου από το φόβο. (Δεν) υπάρχει φόβος να πέσει το κτίριο, κίνδυνος. Aνέβα ελεύθερα στη σκάλα, δεν έχει φόβο, δεν υπάρχει κίνδυνος. Kατουρήθηκα / χέστηκα / τα ΄κανα πάνω μου από το φόβο, για πολύ μεγάλο φόβο. || Φόβος Θεού, δέος, σεβασμός. ΦP μετά φόβου Θεού, με πολλή προσοχή. (έκφρ.) παίρνω κπ. / κτ. από φόβο, με φοβίζει κάποιος ή κτ. φόβος και τρόμος. ΦP διά τον φόβο(ν) των Iουδαίων, εξαιτίας του κινδύνου, του ενδε χόμενου της τιμωρίας. ΠAP O φόβος φυλάει τα έρημα / έρμα, η πιθανότητα ενδεχόμενης τιμωρίας δρα αποτρεπτικά, ακόμα κι όταν δεν υπάρχει άμεσος, ορατός κίνδυνος αποκάλυψης μιας παράνομης πράξης. 2. (συνήθ. πληθ.) ανησυχία·: Eξέφρασε τους φόβους (του) για την πορεία των συνομιλιών. Προσπάθησα να διασκεδάσω τους φόβους του. [αρχ. φόβος `πανικός΄]

Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2007

Personality Test

1.Push the button to start the test.


THE ZORN TEST

2.Carefully observe the image



Reflect on your thoughts for 10 sec.






3. Results

a.Αν απολαμβάνεις την παράσταση,(από αρχή μέχρι τέλους), πάει να πει πως ανήκεις σε μια ιδιαίτερη συνωμοταξία ανθρώπων. Τους Σαλτιμπάγκους. Αυτό είναι πρόβλημα. Και μάλιστα σοβαρό. Αυτά. Τέλος. Σώπα. Πάμε.

b.Αν ανασηκώνεις τους ώμους-στιλ-ντάξει μωρέ, και τί έγινε, την έχεις βρει με τον εαυτό σου και να πα' ν' απαυτωθούνε όλοι τους. Ιδεατή σφαίρα ύπαρξης.

c.Αν πάλι την απεχθάνεσαι, σου προκαλει αηδία, δεν ακούγεται κ.ό.κ., είσαι ένας ανάμεσα στους 9999000 Έλληνες για τους οποίους ισχύουν τα ίδια οπότε μάλλον έχεις δίκιο. Το που πάει η ανθρωπότης είναι ανάμεσα στις καθημερινές σου (και δικαίως) ανησυχίες και δεν ξέρεις πως να αντιμετωπίσεις τη λαίλαπα των αλλαγών που αλλοτριώνει τη γνήσια ελληνική σου ταυτότητα. Κουράγιο.

Πέμπτη 18 Ιανουαρίου 2007

(E)ntroducing Razor i



Razor i
i Razor
Razor eye
Eye Razor


Ξυράφι. Μάτι. Τομή.
Γνώση. Βούληση. Εγώ.
Βλέπω. Νιώθω. Υπάρχω.
Φόβος. Φόβος. Ενοχή.
Ξυράφι.
Ελευθερία.

Τρίτη 16 Ιανουαρίου 2007

Φασίστες κουφάλες, έρχονται...



Φασισμός.
Χωρίς την πίσσα, τα φτερά και τα πούπουλα.
Φασισμός πραγματικός, καθημερινός, στα πρόσωπα που συναντάς στο σπίτι, στη δουλειά, στο κρεβάτι.
Ανελέητος όπως μόνο αυτός ξέρει. Χέρι χέρι με την βλακεία φέρνει βόλτες στο πατάρι της βαρεμάρας μας.

Ευτυχώς δηλαδή που υπάρχουν και χειρότερα για να μας απασχολούν.

Σάββατο 13 Ιανουαρίου 2007

Τίκτω



Μετάβαση. Διάσπαση. Ανάπλαση.
Σκοτάδι, νερό, ωδίνη.
Πώς πονάει μια γυναίκα.
Πώς χάνεις τη συνέχεια του θύτη.

Σώμα λουσμένο στο αίμα.
Αλυσίδες τυλίγω σε σπείρες.
Έρχομαι να σε πάρω.
Να ξεχάσω το Θεό.

Παρασκευή 12 Ιανουαρίου 2007

Tetsuo "The Iron Man"



Shinya Tsukamoto








Κάποια απογεύματα στην στενάχωρη γκαρσονιέρα δεν σού' ρχεται να ουρλιάξεις; Να παρακαλέσεις για ένα χάλκινο μέλος, ένα γυάλινο μάτι, ό,τι ταιριάζει στην εταζέρα της πόλης σου;

Δευτέρα 8 Ιανουαρίου 2007

Naked City Batman


Ο μύστης της κραυγής, John Zorn, σε ώρες μεγάλης χαράς. Ίσως ένα κολάζ είναι προτιμότερο από δυό τρεις ξερές σκέψεις. Περιχαρακωμένοι καθώς βρισκόμαστε όλοι, με τις σκέψεις και τις επιθυμίες μας παντιέρα του εγώ μας, πεθαίνουμε κάθε βράδυ στα στενά μας πλαίσια. Απλά. Τα όντα που διαθέτουν κάποια ψήγματα βούλησης, πνεύματος, ιδιοφυϊας δεν έχουν ιδέα τι να τα κάνουν. Είναι άχρηστα τα συγκεκριμένα εφόδια. Κάθε εξελιγμένο πνεύμα ζει μπροστά από την εποχή του, ζει το μέλλον. Και αν ο Eliot, ο Pessoa, ο Bacon ζούσαν αγκαλιά με την κραυγή τί να περιμένουν οι μεγάλοι της εποχής μας για το μέλλον, άραγε; Καί τί είναι αυτό που μπορούμε εμείς να αντιληφθούμε αν όχι την αποχαύνωση ενός λευκού κελιού; Εδώ που τα φώτα δεν σβήνουν ποτέ...

Παρασκευή 5 Ιανουαρίου 2007

Riot




Κάποτε στα άδυτα της πρωτεύουσας ένιωθα Μόρλοκ μαύρο ξωτικό. Είχα τη δύναμη να ακουμπώ ότι οι άλλοι δεν ήξεραν καν. Τώρα απόμεινε το χέρι μου να κρέμεται παράλυτο, χωρίς αίμα, χωρίς ζωή, ζωντανό-νεκρό. Ραούλ δεν φρόντισες να πεθάνεις να μην προλάβεις το ξεπούλημα του χρόνου, μόνο του χρόνου, σε τί θα μπορούσαν να φταίνε πλάσματα από σάρκα κι οστά;

nobody but you
Charles Bukowski

nobody can save you but
yourself.
you will be put again and again
into nearly impossible
situations.
they will attempt again and again
through subterfuge, guise and
force
to make you submit, quit and/or die quietly
inside.

nobody can save you but
yourself
and it will be easy enough to fail
so very easily
but don't, don't, don't.
just watch them.
listen to them.
do you want to be like that?
a faceless, mindless, heartless
being?
do you want to experience
death before death?

nobody can save you but
yourself
and you're worth saving.
it's a war not easily won
but if anything is worth winning then
this is it.

think about it.
think about saving your self.
your spiritual self.
your gut self.
your singing magical self and
your beautiful self.
save it.
don't join the dead-in-spirit. maintain your self
with humor and grace
and finally
if necessary
wager your life as you struggle,
damn the odds, damn
the price.
only you can save your
self.

do it! do it!

then you'll know exactly what
I am talking about.

Τρίτη 2 Ιανουαρίου 2007

Novus


Νέος χρόνος για τα παιδιά της Χαλιμάς, τώρα που λύκοι τρώνε τα σωθικά του εραστή της. Που θα βρεις τη σωτηρία τώρα στην κραυγή; Τώρα που όλοι έμαθαν τι θα πει φόβος, υποταγή, εξουσία; Φοριέται πολύ φέτος η γνώση για την απόγνωση. Ευτυχώς, στον γυάλινο κόσμο που χτίζω στην μακρινή μου παραλία δεν φτάνει παρά ο αχός της κραυγής σας. Μπορώ να ζω και χωρίς τα σκυμμένα κεφάλια. Ελπίζω μιας και το 7 είναι ο τυχερός μου αριθμός. Ίσως βρω δουλειά σ'ένα καράβι για την Αυστραλία, ίσως γράψω ένα αριστουργηματικό ποίημα, ίσως μάθω επιτέλους να χορευώ, ίσως.
Περνάει μήπως ο έρωτας από την φαντασία στην φτωχή αλήθεια;
Εγώ δεν έχω τα κότσια να
Αυτός όμώς;
Διοτίμα;

2007 projected from the year 1994. As the mirror looks back what do you see?

Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2006

I Razor


















'Ερχονται στιγμές που κάθε λέξη μοιάζει φτιαχτή. Ιδίως όταν απευθύνεται σε κάποιον, όταν αποκτά σκοπό.
Προσπαθώ να μιλώ λοιπόν όπως μιλώ στον εαυτό μου μου και ας είμαι σίγουρος πως υπάρχουν στιγμές που φτιασιδώνομαι σαν δυστυχισμένη γριά πόρνη κάπου στην Βαρβάκειο. Κάπως έτσι αρχίζω. Με μια αναφορά στον τρελό. Θα ήθελα να είμαι/είμαι;/ δεν θα γίνω ποτέ-πότε-ποτέ-πότε.



The Love Song of J. Alfred Prufrock



S'io credessi che mia risposta fosse

a persona che mai tomasse al mundo,

questa fiamma staria senza piu scosse.

Ma per cio che giammai di questo fondo

non torno vivo alcun, s'i'odo il vero,

senza tema d'infamia ti rispondo.

--[Epigraph]




LET us go then, you and I,

When the evening is spread out against the sky

Like a patient etherised upon a table;

Let us go, through certain half-deserted streets,

The muttering retreats

Of restless nights in one-night cheap hotels

And sawdust restaurants with oyster-shells:

Streets that follow like a tedious argument

Of insidious intent

To lead you to an overwhelming question...

Oh, do not ask, ' What is it? '

Let us go and make our visit.



In the room the women come and go

Talking of Michelangelo.



The yellow fog that rubs its back upon the window-panes,

The yellow smoke that rubs its muzzle on the window-panes,

Licked its tongue into the corners of the evening,

Lingered upon the pools that stand in drains,

Let fall upon its back the soot that falls from chimneys,

Slipped by the terrace, made a sudden leap,

And seeing that it was a soft October night,

Curled once about the house, and fell asleep.



And indeed there will be time

For the yellow smoke that slides along the street

Rubbing its back upon the window-panes;

There will be time, there will be time

To prepare a face to meet the faces that you meet;

There will be time to murder and create,

And time for all the works and days of hands

That lift and drop a question on your plate;

Time for you and time for me,

And time yet for a hundred indecisions,

And for a hundred visions and revisions,

Before the taking of a toast and tea.



In the room the women come and go

Talking of Michelangelo.



And indeed there will be time

To wonder, ' Do I care? ' and, ' Do I dare? '

Time to turn back and descend the stair,

With a bald spot in the middle of my hair--

(They will say: ' How his hair is growing
thin! ')

My morning coat, my collar mounting firmly to the chin,

My necktie rich and modest, but asserted by a simple pin--

(They will say: ' But how his arms and legs are thin! ')

Do I dare

Disturb the universe?

In a minute there is time

For decisions and revisions which a minute will reverse.



For I have known them all already, known them all--

Have known the evenings, mornings, afternoons,

I have measured out my life with coffee spoons;

I know the voices dying with a dying fall

Beneath the music from a farther room.

So how should I presume?



And I have known the eyes already, known them all--

The eyes that fix you in a formulated phrase,

And when I am formulated, sprawling on a pin,

When I am pinned and wriggling on the wall,

Then how should I begin

To spit out all the butt-ends of my days and ways?

And how should I presume?



And I have known the arms already, known them all--

Arms that are braceleted and white and bare

(But in the lamplight, downed with light brown hair!)

Is it perfume from a dress

That makes me so digress?

Arms that lie along a table, or wrap about a shawl.

And should I then presume?

And how should I begin?



* * * * *



Shall I say, I have gone at dusk through narrow streets

And watched the smoke that rises from the pipes

Of lonely men in shirt-sleeves, leaning out of windows?...



I should have been a pair of ragged claws

Scuttling across the floors of silent seas.



* * * * *



And the afternoon, the evening, sleeps so peacefully!

Smoothed by long fingers,

Asleep...tired...or it malingers,

Stretched on the floor, here beside you and me.

Should I, after tea and cakes and ices,

Have the strength to force the moment to its crisis?

But though I have wept and fasted, wept and prayed,

Though I have seen my head (grown slightly bald) brought in upon a platter,

I am no prophet--and here's no great matter;

I have seen the moment of my greatness flicker,

I have seen the eternal Footman hold my coat, and snicker,

And in short, I was afraid.



And would it have been worth it, after all,

After the cups, the marmalade, the tea,

Among the porcelain, among some talk of you and me,

Would it have been worth while,

To have bitten off the matter with a smile,

To have squeezed the universe into a ball

To roll it towards some overwhelming question,

To say: ' I am Lazarus, come from the dead,

Come back to tell you all, I shall tell you
all'--

If one, settling a pillow by her head,

Should say: ' That is not what I meant at all.

That is not it at all. '



And would it have been worth it, after all,

Would it have been worth while,

After the sunsets and the dooryards and the sprinkled streets,

After the novels, after the teacups, after the skirts that trail along

the floor---

And this, and so much more?--

It is impossible to say just what I mean!

But as if a magic lantern threw the nerves in patterns on a screen;

Would it have been worth while

If one, settling a pillow or throwing off a shawl,

And turning toward the window, should say,

' That is not it at all,

That is not what I meant at all. '



* * * * *



No! I am not Prince Hamlet, nor was meant to be;

Am an attendant lord, one that will do

To swell a progress, start a scene or two,

Advise the prince; no doubt, an easy tool,

Deferential, glad to be of use,

Politic, cautious, and meticulous;

Full of high sentence, but a bit obtuse;

At times, indeed, almost ridiculous--

Almost, at times, the Fool.



I grow old...I grow old...

I shall wear the bottoms of my trousers rolled.



Shall I part my hair behind? Do I dare to eat a peach?

I shall wear white flannel trousers, and walk upon the beach.

I have heard the mermaids singing, each to each.



I do not think that they will sing to me.



I have seen them riding seaward on the waves

Combing the white hair of the waves blown back

When the wind blows the water white and black.



We have lingered in the chambers of the sea

By sea-girls wreathed with seaweed red and brown

Till human voices wake us, and we drown.